Imatges de pÓgina
PDF
EPUB

There's something dreadful in the house; there is
Indeed, dear husband !” He arose at this;
And seized his noble sword, which overhead

Was always hanging at the cedar-bed :
The hilt he grasped in one hand, and the sheath

In t'other; and drew forth the blade of death.

All in an instant, like a stroke of doom, Returning midnight smote upon the room.

Amphitryon called ; and woke from heavy sleep His household, who lay breathing hard and deep;

"Έσι τί μοι κατά δωμα νεώτερον, έσι, φίλ' ανδρών.
Ως φά9', όδ' εξ ευνας αλόχω κατέβαινε πιθήσας
Δαιδάλεον δ' ώρμησε μετά ξίφος, όρρ' οι υπερθε
Κλιντήρος κεδρίνω περί πασσάλω αιέν άωρτο.
"Ήτοι όγ' ώριγνατο νεοκλώσω τελαμώνος,
Κουφίζων ετέρα κολεόν, μέγα λάτινον έργον.
'Αμφιλαφής δ' άρα πασάς ενεπλήθη πάλιν όρφνης.
Δμωας δή τότ' άυσεν ύπνον βαρύν έκφυσώντας

Bring lights here from the hearth! lights, lights ;

and guard The doorways; rise, ye ready labourers hard ! ”

He said ; and lights came pouring in, and all
The busy house was up, in bower and hall;
But when they saw the little suckler, how
He grasped the monsters, and with earnest brow
Kept beating them together, plaything-wise,
They shrieked aloud ; but he, with laughing eyes,

Οίσετε πυρ ότι θασσον απ' έσχαρεώνος ελόντες,
Δμωες εμοί, σιβαρώς δε θυραν ανακόψατ’ οχήας"
"Ανσατε δμωες ταλασίφρονες, αυτός αυτεί.
Οι δ' αίψα προγένοντο λύχνοις άμα δαιομένοισι
Δμωες" ενεπλήσθη δε δόμος σπέυδοντος εκάτου.
"Ήτοι άρ ως είδοντεπιτίτθιον Ηρακλήα
θήρε δύω χείρεσσιν άπρίξ απαλαίσιν έχοντα,
Συμπλήγδην μάχησαν ο δ' ες πατέρ 'Αμφιτρύωνα

Soon as he saw Amphitryon, leaped and sprung Childlike, and at his feet the dead disturbers flung.

Then did Alcmena to her bosom take

Her feebler boy, who could not cease to shake.
The other son Amphitryon took and laid
Beneath a fleece; and so returned to bed.

Soon as the cock, with his thrice-echoing cheer, Told that the gladness of the day was near,

Ερπετά δεικανάεσκεν επάλλετο δ' υψόθι χαίρων
Κωροσύνα γελάσας δε, πάρος κατέθηκε ποδοΐϊν
Πατρός εού θανάτω κεκαρωμένα δεινά πέλωρα.
'Αλκμήνα μεν έπειτα ποτί σφέτερον βάλε κόλπον
Ξηρόν υπαι δείoυς ακράχoλoν Ιφικλήα"
'Αμφιτρύων δε τον άλλον υπ' αμνείαν θέτo χλαίναν
Παιδα πάλιν δ' ες λέκτρων ιών εμνάσατο κοίτου.

"Όρνιθες τρίτον άρτι τον έσχατον όρθρον άειδον,

Alcmena sent for old, truth-uttering
Tiresias ; and she told him all this thing,
And bade him say what she might think and do;
“ Nor do thou fear,” said she, “ to let me know,
Although the mighty gods should meditate
Aught ill; for man can never fly from Fate.
And thus thou seest” (and here her smiling eyes
Looked through a blush) « how well I teach the wise.”

So spoke the queen. Then he, with glad old tone; “ Be of good heart, thou blessed bearing one,

Τειρεσίαν τόκα μάντιν, αλαθέα πάντα λέγοντα,
'Αλκμήνα καλέσασα, χρέος κατέλεξε νεοχμόν,
Και νιν υποκρίνεσαι, όπως τελέεσθαι έμελλεν,
'Ηνώγει: Μηδ', εί τι θεοι νοέοντι πονηρόν,
Αιδόμενός έμε κρύπτε. και ώς ουκ έσιν αλύξαι
'Ανθρώποις ό, τι μοίρα κατά κλωσήρος επείγει,
Μάντι Ευηρείδα, μάλα σε φρονέοντα διδάσκω.

Τως έλεγεν βασίλεια: ο δ' ανταμείβετο τοίως θάρσει άρισοτόκεια γύναι, Περσήίον αίμα.

Q

True blood of Perseus ; for by my sweet sight,
Which once divided these poor lids with light,
Many Greek women, as they sit and weave
The gentle thread across their knees at eve,
Shall sing of thee and thy beloved name ;
Thou shalt be blest by every Argive dame :
For unto this thy son it shall be given,
With his broad heart to win his way to heaven ;
Twelve labours shall he work; and all accurst
And brutal things o'erthrow, brute men the worst ;

Ναι γαρ εμόν γλυκύ φέγγος απoιχόμενον πάλαι όσσων,
Πολλαι’ Αχαϊάδων μαλακών περί γούνατο ναμα
Χειρί κατατρίψοντι, ακρέσπερον αείδoισαι
'Αλκμήναν ονομασί: σέβας δ' έση 'Αργείαισι.
Tοίος ανήρ όδε μέλλει ες ουρανόν άσρα φέροντα
'Αμβαίνειν, τεός υιός, από σέρνων πλατύς ήρως
Ού και θηρία πάντα και ανέρες ήσσονες άλλοι.

Δώδεκά οι τελέσαντι πεπρωμένον εν Διός οικήν

Μόχθους θνητά δε πάντα πυρά Τραχίνιος εξεί.

« AnteriorContinua »